ΣτΕ 545/2026: Ακύρωση της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της Διοίκησης να αποφανθεί αιτιολογημένα επί αιτήματος αποζημίωσης συνεπεία στέρησης χρήσης ακινήτου για λόγους προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος
«10. Επειδή, ενόψει των όσων έγιναν ανωτέρω νομολογιακώς δεκτά, είναι μη νόμιμη η παράλειψη εν προκειμένω της Διοικήσεως να εκφέρει κρίση περί του εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής ενός από τους προβλεπόμενους στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021) τρόπους ανόρθωσης της ζημίας που υπέστη η αιτούσα από την αρχαιολογική δέσμευση του ακινήτου της, δηλαδή, αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή απευθείας εξαγοράς ή ανταλλαγής του ακινήτου της αιτούσας ή αποζημίωσης αυτής για την απομείωση της αξίας του, λόγω ουσιώδους περιορισμού των δυνατοτήτων αξιοποίησης και εκμετάλλευσής του. Και τούτο διότι η αιτούσα, με τις ένδικες αιτήσεις της ενώπιον της Διοικήσεως, προσδιόρισε επαρκώς τη θέση του ακινήτου της, εξέθεσε το νομικό και πολεοδομικό καθεστώς της περιοχής, όπως κατά τα ανωτέρω εξελίχθηκε, με το οποίο θεσπίσθηκαν περιορισμοί που, κατά τους ισχυρισμούς της, άγουν σε ουσιώδη στέρηση της χρήσης του ακινήτου, παρέθεσε στοιχεία ως προς την αξία του ακινήτου πριν και μετά τη θέσπιση των περιορισμών, και προέβαλε ότι ο σκοπός απόκτησης του ακινήτου συνίστατο, προεχόντως, στην οικιστική του αξιοποίηση, από τα στοιχεία δε αυτά προκύπτει η ζημία την οποία υπέστη η αιτούσα. Εξ άλλου, το γεγονός ότι το ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλης και ορίων οικισμών δεν δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο περί του ότι η κατά προορισμό χρήση του περιορίζεται στην αγροτική, κτηνοτροφική ή δασοπονική εκμετάλλευση. Ούτε αποκλείεται να ανακύψει, υπό ιδιαίτερες περιστάσεις, υποχρέωση προς αποζημίωση, λόγω υπέρμετρης δέσμευσης της ιδιοκτησίας, εάν η οικιστική εκμετάλλευση του ακινήτου ήταν προηγουμένως επιτρεπτή, εφόσον δηλαδή το συγκεκριμένο ακίνητο μπορούσε (από πλευράς λ.χ αρτιότητας, ύπαρξης προσώπου σε κοινόχρηστο χώρο, έλλειψης περιορισμών της δασικής νομοθεσίας κ.ο.κ.) να οικοδομηθεί κατά τους όρους της εκτός σχεδίου δόμησης που ίσχυαν στην περιοχή, ζήτημα το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, οφείλει να εξετάζει η Διοίκηση όταν επιλαμβάνεται του σχετικού αιτήματος. Ούτε, τέλος, ο χαρακτηρισμός μίας περιοχής ως τόπου ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπως εν προκειμένω, συνεπάγεται, όπως έχει κριθεί, απόλυτη απαγόρευση δόμησης του επίμαχου ακινήτου της αιτούσας που βρίσκεται εντός αυτής (πρβλ. ΣτΕ 1324/2021). Με τα δεδομένα, επομένως, αυτά, η προσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη των Υπουργών Πολιτισμού και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών να αποφανθούν επί των ενδίκων, διαζευκτικώς τιθέμενων αιτημάτων της αιτούσας, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989, η οποία, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, πρέπει να ακυρωθεί. Περαιτέρω, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Διοίκηση, προκειμένου να εξετάσει τα ως άνω αιτήματα και να αποφανθεί, με ειδική προς τούτο αιτιολογία, αν συντρέχει μια από τις νόμιμες περιπτώσεις αποζημίωσης της αιτούσας με κάποιον από τους προβλεπόμενους τρόπους (απαλλοτρίωση, εξαγορά/ανταλλαγή, αποζημίωση) για την προβαλλόμενη στέρηση της χρήσης του επίμαχου ακινήτου (βλ. ΣτΕ 11/2025, 2460/2023, 441/2023, 886/2021, 2587-88/2020, 2045/2020, 487/2020 κ.ά.). Κατόπιν δε αυτού, παρέλκει η έρευνα των λοιπών προβαλλομένων λόγων».